Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ελιά στον χρόνο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ελιά στον χρόνο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2015

Υπεραιωνόβιο Ελαιόδεντρο στην Κέρκυρα


Ύστερα από πρόσκληση του Δ.Σ. της ΕΝΩΣΗΣ ΕΠΤΑΝΗΣΙΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ, στο Πανεπιστήμιο Βοτανολογίας και Ζωολογίας του δάσους της Δρέσδης Γερμανίας “Institute of Forest Botany and Forest Zoology – Faculty of Environmental Sciences Dresden University of Technology (TU Dresden)” για την ανάδειξη υπεραιωνόβιου ελαιόδεντρου στην Στρογγυλή Κέρκυρας τον περασμένο Αύγουστο, τα αποτελέσματα της έρευνας, η οποία ολοκληρώθηκε με ενδελεχή επιστημονικό τρόπο, γνωστοποιήθηκαν στο Δ.Σ. της Ε.Ε.Ε. και είναι εντυπωσιακά. Όπως προκύπτει, ανάμεσα στα τρία ελαιόδεντρα της έρευνας που διενεργήθηκε, αναδείχθηκαν το μεν πρώτο ως το αρχαιότερο εξ αυτών με ηλικία κατά μέσο όρο 1.120 έτη, ενώ τα άλλα δυο, με μέσο όρο ηλικίας 952 και 735 έτη αντίστοιχα (βλ. πίνακα έκθεσης ΑLTI,ALTII,ALTIII). Η διάμετρος των κορμών των δέντρων αυτών και τα ύψη τους ξεχωρίζουν ως ιδιαίτερα εντυπωσιακά και παρέχουν συγκρίσιμα στοιχεία με τα παλαιότερα ελαιόδεντρα στον κόσμο, σύμφωνα με τα οποία τα τρία ελαιόδεντρα στην περιοχή Στρογγυλής της Κέρκυρας, συγκαταλέγονται σύμφωνα με τεκμηριωμένα αποτελέσματα ανάμεσα στα αρχαιότερα ελαιόδεντρα στον κόσμο. Το γεγονός αυτό προκαλεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον επιστημονικό κόσμο καθώς αναπτύχθηκε με νέα μέθοδο μέτρησης, εξελίσσοντας και τελειοποιώντας την παλιά μέθοδο μέτρησης. Η συγκεκριμένη έρευνα και τα αποτελέσματά της, πρόκειται να δημοσιευθούν από τους ειδικούς επιστήμονες Andreas Roloff και DR Sten Gillner σε οικολογικό επιστημονικό μεσογειακό περιοδικό στο έτος 2015, ενώ θα ακολουθήσει και επιστημονικό συνέδριο όπου θα συμπεριληφθεί ως θέμα συζήτησης. Το Δ.Σ. της Ε.Ε.Ε. μετά τα αποτελέσματα του Πανεπιστημίου της Δρέσδης, όπου περιγράφεται η μεγάλη ηλικία τα ύψη και η μεγάλη διάμετρος των όμορφων επιβλητικών ελαιόδεντρων στην περιοχή Στρογγυλής Κέρκυρας, υπογραμμίζοντας την ιστορική και πολιτιστική σημασία τους, πρόκειται να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες, ώστε να ανακηρυχθούν τα συγκεκριμένα υπεραιωνόβια ελαιόδεντρα ως φυσικά μνημεία.

Η αρχαιότερη ελιά στην Ισπανία


2
image
Η αρχαιότερη ελιά της Ισπανίας βρίσκεται στην πόλη Ulldecona στη νότια Καταλονία. Eίναι γνωστή ως La Farga de Arion και φυτεύτηκε εκεί γύρω στο 314, στα χρόνια του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Α' (306-337 μ.Χ.). Μελέτη του Πολυτεχνείου της Μαδρίτης (UPM), της Σχολής Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η περίφημη αυτή ελιά έχει ηλικία περίπου 1.701 χρόνων και είναι η αρχαιότερη τόσο σε εθνικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο. Μια άλλη ελιά γνωστή ως La Farga del Pou del Mas βρίσκεται στην La Jana στην Καστεγιόν, υπολογίζεται ότι έχει ηλικία 1.182 χρόνων και έχει φυτευτεί το 833, κατά τη διάρκεια του εμιράτου του Abderrahman Β' (822-852 μ.Χ.). Οι εργασίες επικεντρώθηκαν στη μελέτη της περιμέτρου των κορμών των δέντρων στα 50 εκατοστά από το έδαφος, και με την τεχνολογία της τηλεμετρίας λέιζερ, και με συγκεκριμένους υπολογισμούς προσπάθησαν να  προσδιορίσουν την ηλικία των δέντρων. Μια διαδικασία που χρησιμοποιείται εναλλακτικά άλλων μεθόδων, όπως τη χρονολόγησης με άνθρακα 14 ή της μέτρησης των δακτυλίων ανάπτυξης, οι οποίες δεν ήταν δυνατόν να εφαρμοστούν σε αυτή τη μελέτη. Το έργο χρηματοδοτήθηκε από το Τραπεζικό Ίδρυμα Santander Banco κατόπιν αιτήματος της Κοινοπολιτείας της Taula del Sénia. Η Sénia αποτελείται από 27 χωριά της Βαλένθια, της Καταλονίας και της Αραγονίας και διατηρεί την υψηλότερη συγκέντρωση μνημειακών ελαιόδεντρων στον κόσμο: 4.798 με άνω των 3,50 μέτρων περίμετρο κορμών στα 1.30 μέτρα από το έδαφος, κατανεμημένα σε 22 χωριά. 

Πηγή: Olimerca

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2010

Ελιά και λάδι στον χρόνο

Η ελιά στη Μεσόγειο και στον κόσμο                                                 

Ένα από τα κύρια γνωρίσματα των χωρών που βρίσκονται γύρω από την υδάτινη λεκάνη της Μεσογείου είναι η παρουσία ελαιόδεντρων. Η ελιά είναι σχεδόν βέβαιο ότι αυτοφυόταν στις χώρες της Μεσογείου από την εποχή της εμφάνισης των πρώτων ανθρώπων στην περιοχή. Αυτό άλλωστε καταμαρτυρούν τα απομεινάρια όλων σχεδόν των πολιτισμών που αναπτύχθηκαν στην ευρύτερη περιοχή.
Στην αρχαία Ελλάδα, η ελιά ήταν γνωστή για τα οφέλη της και τις χρησιμότητές της από πολύ παλιά όπως προκύπτει από αγγειογραφίες και τοιχογραφίες τόσο στην Κρήτη όσο και στην Ηπειρωτική Ελλάδα. Στην ελληνική μυθολογία η ελιά απαντάται ως δέντρο εξαιρετικά χρήσιμο τόσο για τον καρπό του όσο και για το ξύλο του. Είναι γνωστός δε ο μύθος ότι η θεά Αθηνά δώρισε στους πολίτες των Αθηνών ένα δέντρο ελιάς για να κερδίσει τον Ποσειδώνα και να εκλεγεί προστάτιδα της πόλης που γι' αυτό το λόγο πήρε το όνομά της. Η καλλιέργεια της ελιάς στην αρχαία Ελλάδα ξεκίνησε από την Κρήτη γύρω στο 3500 π.Χ., αλλά σύντομα επεκτάθηκε και στις υπόλοιπες περιοχές. Στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η ελιά καλλιεργούνταν στην αρχαία Ελλάδα τόσο για τη βρώση της όσο και για το λάδι της που χρησιμοποιούταν και ως καλλυντικό, υπάρχουν στην Κνωσό, στη Θήρα, στις Μυκήνες και σε όλες σχεδόν τις ελληνικές πόλεις στις οποίες άκμασε σπουδαίος πολιτισμός κατά της αρχαιότητα.
Κατά τα χρόνια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας η καλλιέργεια της ελιάς εξαπλώθηκε και στις υπόλοιπες χώρες της Μεσογείου (Γαλλία, Ισπανία, Πορτογαλία κτλ.), ενώ οι πρώτοι άποικοι του νέου κόσμου μετέφεραν την ελιά εκεί, για να φθάσει στις μέρες μας να καλλιεργείται σε πολλές χώρες της Κεντρικής Αμερικής. Σήμερα, η ελιά συνεχίζει να αποτελεί ένα από πιο χρήσιμα δέντρα λόγω των πολλών ωφελειών της. Ο καρπός της αποτελεί μοναδική λιχουδιά σε κάθε είδους τραπέζι, το λάδι της θεωρείται το πιο πλούσιο και υγιεινό φυτικό λάδι και συνιστάται σε όλα σχεδόν τα διαιτολόγια, το ξύλο της χρησιμοποιείται τόσο στην ξυλογλυπτική όσο και ως υλικό καύσης, τα φύλλα της δίνονται στα ζώα για τροφή ενώ από το κουκούτσι της παράγεται λάδι ειδικών χρήσεων.

Η πρώτη καλλιέργεια της ελιάς                                                                                                                 

Οι περισσότερες από τις μέχρι σήμερα δημοσιευμένες μελέτες έχουν υποστηρίξει ποικίλες απόψεις για την καλλιέργεια και την εξάπλωση της ελιάς στο μεσογειακό και ευρύτερο μεσανατολικό χώρο. Οι εμπορικοί δρόμοι και οι επαφές μεταξύ των λαών δημιούργησαν τις προϋποθέσεις διάδοσης αυτής της σημαντικής καλλιέργειας. Πρόγονος της καλλιεργήσιμης ελιάς θεωρείται συνήθως η ποικιλία της γνωστής ακόμη και σήμερα αγριελιάς που μπορεί να τη συναντήσει κανείς στην Κρήτη, στην Πελοπόννησο και σε άλλες περιοχές της νότιας Ελλάδας, στη Βόρεια Αφρική, στη Μικρά Ασία κ.α. και υποστηρίζεται ότι η σημερινή μεσογειακή ελιά προέρχεται από το φυτό olea chrysophylla.
 Κάπου στα προϊστορικά χρόνια ο άνθρωπος των μεσογειακών περιοχών δεν αρκέστηκε στην τυχαία ανεύρεση ελαιοκάρπου τον οποίο χρησιμοποιούσε στη διατροφή του, ίσως και για την παραγωγή ελαιολάδου (από άγρια δέντρα), αλλά αναζήτησε τον τρόπο για πιο συστηματικές καλλιέργειες ελαιοδέντρων. Σκέφτηκε, δηλαδή, να οργανώσει την παραγωγή του ελαιοκάρπου και πιθανώς του ελαιολάδου είτε δημιουργώντας ελαιόφυτα είτε εξημερώνοντας το ως τότε άγριο και αυτοφυές ελαιόδεντρο. Η διαδικασία αυτή υπήρξε μακροχρόνια και επίπονη. Και εικάζεται πως η περιοχή από την οποία ξεκίνησε η συστηματοποίηση της ελαιοκαλλιέργειας ήταν η Κρήτη. Ο Γάλλος ερευνητής Paul Faure υποστηρίζει πως οι κάτοικοι της νεολιθικής Κρήτης ήταν εκείνοι που καλλιέργησαν την ήμερη ποικιλία της ελιάς: « Στους χωρικούς της Μεγαλονήσου ανήκει η τιμή ότι μεταμόρφωσαν τις αγριελιές σε καλλιεργήσιμα δέντρα», τονίζει. Κάποιοι ερευνητές υποστηρίζουν πως η καλλιέργεια της ελιάς είχε ήδη αναπτυχθεί στη Μέση Ανατολή, πλην όμως είναι πολύ δύσκολοι οι ακριβείς χρονικοί προσδιορισμοί σε τόσο μακρινές εποχές, ενώ άλλοι μιλούν για εξημέρωση της ελιάς όταν πια ο περίφημος μινωικός πολιτισμός είχε αναπτύξει εμπορικές σχέσεις με γειτονικούς λαούς. Αναμφισβήτητα η συστηματική καλλιέργεια της ελιάς συνέβαλε στην αλματώδη ανάπτυξη του μινωικού πολιτισμού. «Η οικονομική βάση για την πρόοδο κατά την Τρίτη χιλιετία ήταν η εντατική καλλλιέργεια της ελιάς και της αμπέλου, που μετέφερε το κέντρο βάρους από τις εύφορες πεδιάδες της Βόρειας Ελλάδας στις βουνοπλαγιές της νότιας και στα νησιά.

Η ελιά στην αρχαιότητα                                                                                                                  

Για την καλλιέργεια της ελαίας, ο Θεόφραστος γράφει πως η εξάπλωση του δέντρου γινόταν με πολλούς τρόπους, αλλά όχι με μπήξιμο ενός κλαδιού στη γη, όπως γίνεται με τη συκιά και τη ροδιά. Αντίθετα, χώνοντας τα κουκούτσια της ελιάς στη γη θα φυτρώσουν απλώς αγριελιές. Όταν μάλιστα επισκέφθηκε τον Τάραντα της Ιταλίας, βλέποντας τους εκεί ελαιώνες, έγραψε ότι τα δέντρα πρέπει να διατηρούνται κοντά και μάλιστα όσο λιγότερα κλαδιά έχουν τόσο καλύτερα θα αναπτυχθούν και θα δώσουν περισσότερο καρπό. Συμπληρώνει δε ότι η αγριελιά δε γίνεται ποτέ ήμερη. Ωστόσο, λέει, μερικοί ισχυρίζονται πως αν μεταφυτευτεί, αφού της κόψουν το φύλλωμα, τότε ξαναφυτρώνει και δίνει ελιές.
Ο Σόλων, στους σχετικούς με την ελιά νόμους του, καθόριζε την απόσταση φύτευσης σε τουλάχιστον εννέα πόδια η μία από την άλλη. Εξάλλου, συχνή, κατά την αρχαιότητα, ήταν η φύτευση συκιάς πλάι σε ελαιόδεντρο, επικρατούσε δε η αντίληψη ότι αν φυτευθεί κλαδί ελιάς μέσα στον κορμό μιας συκιάς, θα αναπτυχθεί.


Το ελαιομάζωμα στην αρχαιότητα και σήμερα                                                                                              Το μάζεμα της ελιάς κατά την αρχαιότητα γινόταν κυρίως με το ραβδισμό, παρότι οι αρχαίοι συγγραφείς καταδίκαζαν τη μέθοδο αυτή. Ο Πλίνιος επανειλημμένα συνιστά: «μην κουνάτε και μη ραβδίζεται τα δέντρα σας. Το μάζεμα με το χέρι ναι μεν είναι δαπανηρό, αλλά δεν καταστρέφει τα φύλλα και τα τρυφερά βλαστάρια», κι ο Θεόφραστος βεβαιώνει τους καλλιεργητές ότι μόνο το μάζεμα με το χέρι εξασφαλίζει κάθε χρόνο μεγάλη καρποφορία. Τέλος, σχετικά με τις ασθένειες που πλήττουν το δέντρο της ελιάς, ο Φλωρεντίνος, αναφερόμενος σ? αυτές και τη θεραπεία τους, έγραφε: «?πρέπει λοιπόν, αν βρούμε, ότι οι ρίζες του δέντρου ξεραίνονται και είναι άρρωστες, να ξέρουμε ότι αιτία είναι τα σκουλήκια, τα οποία βρίσκονται βαθιά στις ρίζες. Μπορούμε να τα εξαφανίσουμε με πολλούς τρόπους αλλά ο καλύτερος είναι να φυτέψουμε κοντά στις ρίζες της ελιάς σκυλοκρόμμυδες». Το μάζεμα του ελαιοκάρπου γίνεται συνήθως αργά το φθινόπωρο, όταν ο πράσινος καρπός της ελιάς κοκκινίζει και αρχίζει να αποκτά ένα λαμπερό μαυροϊδές χρώμα. Είναι τότε που η ωρίμανση της ελιάς φτάνει σε ένα ικανοποιητικό στάδιο και έχει αρκετή ποσότητα ελαιολάδου. Ο ελαιόκαρπος στην Ελλάδα μαζεύεται σήμερα με ειδικές «ελαιοραβδιστικές» μηχανές. Στην κεφαλή μιας μεταλλικής ράβδου υπάρχουν περιστρεφόμενα τμήματα από πλαστικό. Με μια ηλεκτρογεννήτρια η κεφαλή περιστρέφεται χτυπώντας τα κλαδιά της ελιάς. Ο ελαιόκαρπος πέφτει γρήγορα και εύκολα πάνω σε πλαστικά δίχτυα. Σε πολλές περιοχές έχουν ειδικά κόσκινα, όπου γίνεται διαλογή των σπασμένων κλαδιών. Στη συνέχεια οι ελιές σακιάζονται ή μπαίνουν σε πλαστικά κιβώτια και οδηγούνται στα ελαιοτριβεία.
Η μεγάλη εξέλιξη στην παραγωγή του ελαιολάδου ήρθε τον 20ο αιώνα και μάλιστα με ταχύτατα βήματα. Οι παραδοσιακές μέθοδοι αντικαταστάθηκαν με ελαιοδιαχωριστήρες, η παραγωγικότητα αυξήθηκε με την εξάπλωση των υδραυλικών πιεστηρίων και από τη δεκαετία του 1930-1940 παρατηρείται το φαινόμενο της ταχείας εγκατάλειψης των παραδοσιακών ελαιοτριβείων, που οι πέτρες τους γύριζαν με άλογα ή βόδια.


Στα σύγχρονα ελαιοτριβεία                                                                                                                      

Εν τούτοις υπήρξαν περιπτώσεις που παραδοσιακά ελαιοτριβεία λειτούργησαν σύμφωνα με την αρχαία μέθοδο μέχρι και τη δεκαετία του 1980! Αυτό συνέβαινε μόνο σε απομονωμένες περιοχές όπου δεν υπήρχε μεγάλη παραγωγή ελαιολάδου.
Αφού μεταφερθεί στο ελαιοτριβείο ο ελαιόκαρπος ακολουθεί η διαδικασία επεξεργασίας του που συνίσταται:


  • Στο «άλεσμα» (σπάσιμο) της ελιάς. Μετά την πολτοποίηση παράγεται μια παχύρευστη ζύμη στην οποία περιέχεται όχι μόνο το λάδι αλλά και όλα τα συστατικά της ελιάς (απόνερα κλπ).


  • Στη διαδικασία μάλαξης της ελαιοζύμης.


  • Στον διαχωρισμό του ελαιολάδου από τα υγρά (απόβλητα) τα οποία περιέχονται στον ελαιόκαρπο και τα στερεά υπολείμματα (πυρήνα).


  • Ο διαχωρισμός του ελαιολάδου γίνεται με πίεση, με φυγοκέντρηση ή με τη, σχετικά πιο σύγχρονη, μέθοδο της σαφήνειας.
Η σύνδεση του ελαιοκάρπου με τη λατρεία αλλά και το διατροφικό πολιτισμό κάνει ακόμη πιο κατανοητό το φαινόμενο που συναντούν οι αρχαιολόγοι όταν σκάβουν μινωικούς τάφους, ιδιαίτερα στην νότια Κρήτη, στο μεγάλο και εύφορο κάμπο της Μεσσαράς, ή ακόμη και στην περιοχή του σημερινού Ηρακλείου. Δίπλα στα λείψανα των ενταφιασμένων Κρητών της μινωικής περιόδου βρίσκουν κουκούτσια βρώσιμης ελιάς.

Αγιο το Μύρο, αρχαίοι οι αμφορείς

Της Ν. ΚΟΝΤΡΑΡΟΥ - ΡΑΣΣΙΑ, Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Ο καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας Πάνος Βαλαβάνης έψαξε να βρει τις ρίζες των αργυρών αγγείων, που υποδέχονται κάθε δέκα χρόνια στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως το ιερό αρωματικό λάδι για το Χρίσμα. Η έρευνά του τον πήγε πίσω στα πήλινα αττικά μελανόμορφα αγγεία, που γέμιζαν στην Αρχαία Αθήνα με αγνό ελληνικό «έλαιον». Ακόμα ένα παράδειγμα συνάντησης της νέας θρησκείας με την ειδωλολατρική παράδοση
Το Αγιο Μύρο του Χρίσματος και το ιερό λάδι της Αθηνάς δεν ξέρουμε αν μοσχοβολούσαν το ίδιο. Ούτε αν το «έλαιον», με το οποίο γέμιζαν οι παναθηναϊκοί αμφορείς στην αρχαιότητα, περιείχε έστω και ένα από τα 57 ευωδιαστά συστατικά που αποτελούν το Αγιο Μύρο που παρασκευάζεται στο Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης κάθε δέκα χρόνια και αποστέλλεται σε όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες για το μυστήριο του Χρίσματος (μετά τη βάπτιση).

Οι παναθηναϊκοί αμφορείς περιείχαν λάδι από τις ιερές ελιές της Αθηνάς. Οι «ιερές στάμνες» γεμίζουν με Αγιο Μύρο. Ο συμβολισμός και η σχέση μεταξύ τους προφανής

Υπάρχει ωστόσο ανάμεσά τους ένα κοινό σημείο. Κι αυτό δεν είναι άλλο από τα αγγεία, που χρησιμοποιούνται σήμερα για τον καθαγιασμό του Αγιου Μύρου μετά την παρασκευή του (έψηση). Τα αγγεία αυτά είναι αργυρά και θυμίζουν αρχαίους αμφορείς.
Βλέποντας ο καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας Πάνος Βαλαβάνης σε μια αναμνηστική φωτογραφία τα 12 αργυρά αγγεία με το Αγιο Μύρο, που είχε παρασκευαστεί το 2002 στο Φανάρι, και καθώς εκείνη την εποχή τον απασχολούσαν οι παναθηναϊκοί αμφορείς, εστίασε την προσοχή του στο σχήμα που είχαν τα πολύτιμα αυτά σκεύη της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Κι άρχισε να ψάχνει το ιστορικό προέλευσής τους.
«Η πρώτη αυτόματη σκέψη, μόλις τα είδα, ήταν ότι εδώ έχουμε μπροστά μας ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα συνέχειας από την αρχαιότητα», μας λέει. «Το Χρίσμα, ως γνωστόν, είναι ένα από τα εφτά μυστήρια της Εκκλησίας και ακολουθεί το Βάπτισμα. Ο βαπτισθείς χρίεται με το Αγιο Μύρο, το ιερό αρωματικό λάδι που, σύμφωνα με τη διδασκαλία της Εκκλησίας, αποτελεί το μέσον μετάδοσης του Αγίου Πνεύματος. Κατά τα πρώτα χριστιανικά έτη, η μετάδοση γινόταν δι' επιθέσεως των χειρών των Αποστόλων και κατόπιν των επισκόπων. Αργότερα, για καθαρά πρακτικούς λόγους, αποφασίστηκε η χρήση του μύρου, κατ' απομίμησιν διαδικασίας που αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη. Από τη συγκρότηση της Εκκλησίας τον 8ο αι. ο καθαγιασμός του γινόταν από τους επισκόπους. Σιγά σιγά το δικαιώμα αυτό περιήλθε στους επισκόπους των σημαντικότερων Εκκλησιών, κατόπιν στους Πατριάρχες και, τέλος, μόνο στον Οικουμενικό Πατριάρχη».
Οι γραπτές μαρτυρίες (σε κώδικα) για την παρασκευή του μύρου ανάγονται στον 8ο αι. Υπάρχουν, όμως, ενδείξεις ότι από την ίδρυση του Πατριαρχείου τον 4ο αι. -εποχή που τελούνταν ακόμη στην Αθήνα τα Παναθήναια- η Θεία Χάρις δινόταν στους βαπτιζομένους με τον ίδιο τρόπο.
«Οι παναθηναϊκοί αμφορείς, τα πήλινα αττικά μελανόμορφα αγγεία που παράγονταν περίπου από το 560 π.Χ. μέχρι και τον 4ο αι. μ.Χ., κυκλοφορούσαν τότε σε όλες τις αγορές της Μεσογείου», λέει ο Πάνος Βαλαβάνης. «Η υιοθέτηση του συγκεκριμένου αγγείου από την πρώιμη χριστιανική Εκκλησία θα μπορούσε να είχε γίνει όχι μόνον επειδή ήταν φορέας ιερού ελαίου, αλλά και επειδή ο παναθηναϊκός αμφορέας συμβόλιζε τη δόξα και την αρετή του κατόχου του».
Πώς θα μπορούσε, όμως, η νέα θρησκεία, που πολέμησε τόσο την ειδωλολατρική παράδοση κι έφτασε να απολαξεύσει ακόμη και τα έργα του Φειδία πάνω στον Παρθενώνα, να χρησιμοποιήσει ένα παναθηναϊκό αγγείο; Και τι σχέση έχουν οι πήλινοι παναθηναϊκοί αμφορείς με τα μεταλλικά αγγεία του Πατριαρχείου; Μήπως λοιπόν είναι νεότερη η υιοθέτηση του σχήματος του αμφορέα για την τοποθέτηση του Αγιου Μύρου;
Ερευνώντας τη διαδικασία παρασκευής του Αγιου Μύρου -από την Κυριακή των Βαΐων έως και τη Μεγάλη Πέμπτη- «προέκυψε ότι τα αργυρά αγγεία είχαν κατασκευαστεί στη Βιέννη, κατόπιν παραγγελίας του Πατριάρχη Ιωακείμ του Γ', ενός καινοτόμου και οργανωτικού ιεράρχη, που κατείχε τον θώκο από το 1878-1884 και από το 1901-1912».
Ο λόγος κατασκευής των νέων αγγείων ήταν μάλλον συμβολικός. Μέχρι τότε χρησιμοποιούσαν 12 πήλινους πίθους, τις λεγόμενες «ιερές στάμνες», οι οποίες καλύπτονταν από βελούδινο ύφασμα και χρυσό σταυρό. Τα 12 αργυρά αγγεία έγιναν σε δύο δόσεις: τρία το 1903 «διά συνδρομής ευγενών Χριστιανών» και τα υπόλοιπα εννέα το 1912, πιθανόν με προσφορά της Αγίας και Μεγάλης Ρωσίας.
Εναν αιώνα πριν, στο Σκευοφυλάκιο του Πατριαρχείου Μόσχας φαίνεται πως υπήρχαν «16 αργυραί εσωτερικώς κεχρυσωμένοι λάγηνοι, σχήματος αρχαίου ελληνικού αμφορέως, κομψόταται, προς φύλαξιν του Αγίου Μύρου». Συνεπώς, επισημαίνει ο Πάνος Βαλαβάνης, «η ιδέα αντιγραφής ενός αρχαίου αγγείου προϋπήρξε (από τα τέλη του 18ου αιώνα). Ομως την εποχή εκείνη δεν είχαν έλθει ακόμη στο φως αρχαία αγγεία που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως πρότυπα».
Ο κ. Βαλαβάνης συνέχισε την έρευνα και, κατόπιν υπόδειξης μιας παλαιάς φίλης του, εστράφη και στη Δύση. Σε ένα βιβλίο του καρδινάλιου Καρόλου Birromeus, γραμμένο το 1566, όπου δίδονται ακριβή σχέδια και οδηγίες κατασκευής των λειτουργικών σκευών της Καθολικής Εκκλησίας, είδε ένα από τα τρία αγγεία για το Αγιο Μύρο να μιμείται αρχαίο αμφορέα.
«Τα συγγενέστερα στο συγκεκριμένο σχήμα, παρ' όλο που απέχουν χρονολογικά, είναι δύο αμφορείς του 5ου και 4ου αι. π.Χ. από την περιοχή της Μακεδονίας, οι οποίοι εμφανίζουν, μάλιστα, και ένα άλλο χαρακτηριστικό, που το είδαμε στο σχέδιο του Birromeus: έχουν τοξωτή λαβή πάνω από το στόμιο». Δεν υποστηρίζει βέβαια ο Πάνος Βαλαβάνης ότι οι Δυτικοί αντέγραψαν τα συγκεκριμένα μακεδονικά αγγεία. «Πιο πιθανόν είναι να είχαν ως πρότυπο άλλα πολύ νεότερα, μάλλον των ρωμαϊκών αυτοκρατορικών χρόνων, το σχήμα των οποίων θα είχε προφανώς εξελιχθεί σε σχέση με τα κλασικά, από τα οποία ασφαλώς κατάγεται».
Καταλήγει, όμως, στο συμπέρασμα «ότι στην Ορθόδοξη και στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία διαπιστώνεται συνειδητή επιλογή αγγείων του σχήματος του αμφορέα για την τοποθέτηση του Αγιου Μύρου. Η επιλογή αυτή συμβαίνει σε δύο περιόδους επιστροφής και μίμησης αρχαίων προτύπων, στη μία κατά την Αναγέννηση, στην άλλη κατά τον νεοκλασικισμό. Επιπροσθέτως, την περίπτωση της Κωνσταντινούπολης μπορούμε να την εντάξουμε μέσα στο πλαίσιο του ελληνοχριστιανικού συγκρητισμού, λόγω της παρουσίας του Πατριαρχείου σε υπόδουλη περιοχή». *



Τετάρτη 8 Ιουλίου 2009

Φύλακες στις αρχαίες ελιές της Κρήτης

«Δεν θέλουμε η δική μας γενιά να είναι η υπεύθυνη για την απώλεια των ιστορικών δέντρων που διαφύλαξαν οι πρόγονοί μας. Ξέρουμε όλοι πολύ καλά ότι τα υπεραιωνόβια δέντρα της Κρήτης χρόνο με τον χρόνο όλο και μειώνονται».
O Βαγγέλης Μαραγκάκης είναι πρόεδρος του πολιτιστικού συλλόγου Βενεράτου στο Ηράκλειο Κρήτης, ενός εκ των 35 συλλόγων των νομών της Κρήτης που προσπαθούν να διασωθούν τα ιστορικά υπεραιωνόβια ελαιόδενδρα. Πρόκειται για ελαιόδενδρα διάσπαρτα στην κρητική ύπαιθρο και ορισμένα έχουν ηλικία εκατοντάδων ή και άνω των χιλίων ετών. Η προσπάθεια στηρίζεται επιστημονικά από το ΤΕΙ Κρήτης, επιστήμονες του οποίου πριν από λίγες μέρες εντόπισαν μαζί με τα μέλη των πολιτιστικών συλλόγων υπεραιωνόβιες ελιές της Βιάννου. Όπως εκτιμούν οι επιστήμονες του ΤΕΙ Κρήτης και οι πολιτιστικοί σύλλογοι, σε όλο το νησί υπάρχουν εκατοντάδες ελαιόδεντρα ηλικίας εκατοντάδων και σε ορισμένες περιπτώσεις χιλιάδων χρόνων, τα οποία δεν έχουν καταγραφεί και γίνονται θύματα ανθρωπίνων δραστηριοτήτων, όπως δημοσίων έργων και οικοπεδοποίησης ελαιώνων. Οι πολιτιστικοί, αλλά και οι περιβαλλοντικοί σύλλογοι που συμμετέχουν στην προσπάθεια, καταγράφουν τα ελαιόδεντρα με σκοπό να τα προστατεύσουν. Στη συνέχεια, σε συνεργασία με το ΤΕΙ Κρήτης, θα προσδιορίσουν την ηλικία των καταγεγραμμένων ελαιόδεντρων. Στόχος είναι σε έναν χρόνο από σήμερα να έχει διαμορφωθεί «χάρτης» της Κρήτης που θα παρουσιάζει τα σημεία στα οποία βρίσκονται τα εκατοντάδες ιστορικά και αρχαία δέντρα. Επίσης, έχουν αρχίσει διαδικασίες από τους πολιτιστικούς συλλόγους για τη δημιουργία ντοκιμαντέρ σχετικά με τον ιστορικό ελαιώνα της Κρήτης, το οποίο υπολογίζεται να είναι έτοιμο το καλοκαίρι του 2010. Την περασμένη Κυριακή, ο διευθυντής της Σχολής Τεχνολόγων Γεωπονίας του ΤΕΙ Κρήτης Δημήτρης Λυδάκης και οι καθηγητές Σπύρος Λιονάκης και Φίλιππος Βερβερίδης ενημερώθηκαν για τέσσερις υπεραιωνόβιες ελιές από τον πολιτιστικό σύλλογο Άνω Βιάννου. Οι επιστήμονες συμφώνησαν με τις εκτιμήσεις των πολιτιστικών συλλόγων ότι η ηλικία των συγκεκριμένων δέντρων πιθανότατα και να ξεπερνά τα 1.000 χρόνια. Στην ευρύτερη περιοχή της Βιάννου υπάρχουν δεκάδες δέντρα μεγάλης ιστορικής αξίας, όπως επισημαίνουν οι επικεφαλής των πολιτιστικών συλλόγων. Επίσης, στην περιοχή εντοπίστηκαν υπεραιωνόβιες «ψιλολιές», κάτι που μαρτυρά ότι εκεί παραγόταν έξτρα παρθένο ελαιόλαδο πριν από εκατοντάδες ίσως και χιλιάδες χρόνια. Δύο κατευθύνσεις Το δίκτυο για την προστασία και ανάδειξη των ιστορικών αιωνόβιων ελαιοδένδρων λειτουργεί με δύο κύριες κατευθύνσεις: - Κάθε σύλλογος καταγράφει και φωτογραφίζει τα ιστορικά ελαιόδενδρα με περίμετρο 4 μέτρων και άνω στην περιοχή του. Στη συνέχεια σε συνεργασία με το ΤΕΙ Κρήτης θα επιδιωχθεί ο προσδιορισμός της ηλικίας των δέντρων αυτών. - Ενημερώνουν τους ιδιοκτήτες τους για τη σπουδαιότητα αυτών των μνημείων της φύσης και τους ζητούν να τα προστατεύουν. Ακόμη και σε περίπτωση που το δέντρο πρέπει να εκριζωθεί, οι σύλλογοι αναλαμβάνουν τα έξοδα μεταφύτευσής του σε δημόσιους- δημοτικούς χώρους. Η ηλικία των συγκεκριμένων δέντρων πιθανότατα και να ξεπερνά τα 1.000 χρόνια
Πηγή: Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ