Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2010

Ελιά και λάδι στον χρόνο

Η ελιά στη Μεσόγειο και στον κόσμο                                                 

Ένα από τα κύρια γνωρίσματα των χωρών που βρίσκονται γύρω από την υδάτινη λεκάνη της Μεσογείου είναι η παρουσία ελαιόδεντρων. Η ελιά είναι σχεδόν βέβαιο ότι αυτοφυόταν στις χώρες της Μεσογείου από την εποχή της εμφάνισης των πρώτων ανθρώπων στην περιοχή. Αυτό άλλωστε καταμαρτυρούν τα απομεινάρια όλων σχεδόν των πολιτισμών που αναπτύχθηκαν στην ευρύτερη περιοχή.
Στην αρχαία Ελλάδα, η ελιά ήταν γνωστή για τα οφέλη της και τις χρησιμότητές της από πολύ παλιά όπως προκύπτει από αγγειογραφίες και τοιχογραφίες τόσο στην Κρήτη όσο και στην Ηπειρωτική Ελλάδα. Στην ελληνική μυθολογία η ελιά απαντάται ως δέντρο εξαιρετικά χρήσιμο τόσο για τον καρπό του όσο και για το ξύλο του. Είναι γνωστός δε ο μύθος ότι η θεά Αθηνά δώρισε στους πολίτες των Αθηνών ένα δέντρο ελιάς για να κερδίσει τον Ποσειδώνα και να εκλεγεί προστάτιδα της πόλης που γι' αυτό το λόγο πήρε το όνομά της. Η καλλιέργεια της ελιάς στην αρχαία Ελλάδα ξεκίνησε από την Κρήτη γύρω στο 3500 π.Χ., αλλά σύντομα επεκτάθηκε και στις υπόλοιπες περιοχές. Στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η ελιά καλλιεργούνταν στην αρχαία Ελλάδα τόσο για τη βρώση της όσο και για το λάδι της που χρησιμοποιούταν και ως καλλυντικό, υπάρχουν στην Κνωσό, στη Θήρα, στις Μυκήνες και σε όλες σχεδόν τις ελληνικές πόλεις στις οποίες άκμασε σπουδαίος πολιτισμός κατά της αρχαιότητα.
Κατά τα χρόνια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας η καλλιέργεια της ελιάς εξαπλώθηκε και στις υπόλοιπες χώρες της Μεσογείου (Γαλλία, Ισπανία, Πορτογαλία κτλ.), ενώ οι πρώτοι άποικοι του νέου κόσμου μετέφεραν την ελιά εκεί, για να φθάσει στις μέρες μας να καλλιεργείται σε πολλές χώρες της Κεντρικής Αμερικής. Σήμερα, η ελιά συνεχίζει να αποτελεί ένα από πιο χρήσιμα δέντρα λόγω των πολλών ωφελειών της. Ο καρπός της αποτελεί μοναδική λιχουδιά σε κάθε είδους τραπέζι, το λάδι της θεωρείται το πιο πλούσιο και υγιεινό φυτικό λάδι και συνιστάται σε όλα σχεδόν τα διαιτολόγια, το ξύλο της χρησιμοποιείται τόσο στην ξυλογλυπτική όσο και ως υλικό καύσης, τα φύλλα της δίνονται στα ζώα για τροφή ενώ από το κουκούτσι της παράγεται λάδι ειδικών χρήσεων.

Η πρώτη καλλιέργεια της ελιάς                                                                                                                 

Οι περισσότερες από τις μέχρι σήμερα δημοσιευμένες μελέτες έχουν υποστηρίξει ποικίλες απόψεις για την καλλιέργεια και την εξάπλωση της ελιάς στο μεσογειακό και ευρύτερο μεσανατολικό χώρο. Οι εμπορικοί δρόμοι και οι επαφές μεταξύ των λαών δημιούργησαν τις προϋποθέσεις διάδοσης αυτής της σημαντικής καλλιέργειας. Πρόγονος της καλλιεργήσιμης ελιάς θεωρείται συνήθως η ποικιλία της γνωστής ακόμη και σήμερα αγριελιάς που μπορεί να τη συναντήσει κανείς στην Κρήτη, στην Πελοπόννησο και σε άλλες περιοχές της νότιας Ελλάδας, στη Βόρεια Αφρική, στη Μικρά Ασία κ.α. και υποστηρίζεται ότι η σημερινή μεσογειακή ελιά προέρχεται από το φυτό olea chrysophylla.
 Κάπου στα προϊστορικά χρόνια ο άνθρωπος των μεσογειακών περιοχών δεν αρκέστηκε στην τυχαία ανεύρεση ελαιοκάρπου τον οποίο χρησιμοποιούσε στη διατροφή του, ίσως και για την παραγωγή ελαιολάδου (από άγρια δέντρα), αλλά αναζήτησε τον τρόπο για πιο συστηματικές καλλιέργειες ελαιοδέντρων. Σκέφτηκε, δηλαδή, να οργανώσει την παραγωγή του ελαιοκάρπου και πιθανώς του ελαιολάδου είτε δημιουργώντας ελαιόφυτα είτε εξημερώνοντας το ως τότε άγριο και αυτοφυές ελαιόδεντρο. Η διαδικασία αυτή υπήρξε μακροχρόνια και επίπονη. Και εικάζεται πως η περιοχή από την οποία ξεκίνησε η συστηματοποίηση της ελαιοκαλλιέργειας ήταν η Κρήτη. Ο Γάλλος ερευνητής Paul Faure υποστηρίζει πως οι κάτοικοι της νεολιθικής Κρήτης ήταν εκείνοι που καλλιέργησαν την ήμερη ποικιλία της ελιάς: « Στους χωρικούς της Μεγαλονήσου ανήκει η τιμή ότι μεταμόρφωσαν τις αγριελιές σε καλλιεργήσιμα δέντρα», τονίζει. Κάποιοι ερευνητές υποστηρίζουν πως η καλλιέργεια της ελιάς είχε ήδη αναπτυχθεί στη Μέση Ανατολή, πλην όμως είναι πολύ δύσκολοι οι ακριβείς χρονικοί προσδιορισμοί σε τόσο μακρινές εποχές, ενώ άλλοι μιλούν για εξημέρωση της ελιάς όταν πια ο περίφημος μινωικός πολιτισμός είχε αναπτύξει εμπορικές σχέσεις με γειτονικούς λαούς. Αναμφισβήτητα η συστηματική καλλιέργεια της ελιάς συνέβαλε στην αλματώδη ανάπτυξη του μινωικού πολιτισμού. «Η οικονομική βάση για την πρόοδο κατά την Τρίτη χιλιετία ήταν η εντατική καλλλιέργεια της ελιάς και της αμπέλου, που μετέφερε το κέντρο βάρους από τις εύφορες πεδιάδες της Βόρειας Ελλάδας στις βουνοπλαγιές της νότιας και στα νησιά.

Η ελιά στην αρχαιότητα                                                                                                                  

Για την καλλιέργεια της ελαίας, ο Θεόφραστος γράφει πως η εξάπλωση του δέντρου γινόταν με πολλούς τρόπους, αλλά όχι με μπήξιμο ενός κλαδιού στη γη, όπως γίνεται με τη συκιά και τη ροδιά. Αντίθετα, χώνοντας τα κουκούτσια της ελιάς στη γη θα φυτρώσουν απλώς αγριελιές. Όταν μάλιστα επισκέφθηκε τον Τάραντα της Ιταλίας, βλέποντας τους εκεί ελαιώνες, έγραψε ότι τα δέντρα πρέπει να διατηρούνται κοντά και μάλιστα όσο λιγότερα κλαδιά έχουν τόσο καλύτερα θα αναπτυχθούν και θα δώσουν περισσότερο καρπό. Συμπληρώνει δε ότι η αγριελιά δε γίνεται ποτέ ήμερη. Ωστόσο, λέει, μερικοί ισχυρίζονται πως αν μεταφυτευτεί, αφού της κόψουν το φύλλωμα, τότε ξαναφυτρώνει και δίνει ελιές.
Ο Σόλων, στους σχετικούς με την ελιά νόμους του, καθόριζε την απόσταση φύτευσης σε τουλάχιστον εννέα πόδια η μία από την άλλη. Εξάλλου, συχνή, κατά την αρχαιότητα, ήταν η φύτευση συκιάς πλάι σε ελαιόδεντρο, επικρατούσε δε η αντίληψη ότι αν φυτευθεί κλαδί ελιάς μέσα στον κορμό μιας συκιάς, θα αναπτυχθεί.


Το ελαιομάζωμα στην αρχαιότητα και σήμερα                                                                                              Το μάζεμα της ελιάς κατά την αρχαιότητα γινόταν κυρίως με το ραβδισμό, παρότι οι αρχαίοι συγγραφείς καταδίκαζαν τη μέθοδο αυτή. Ο Πλίνιος επανειλημμένα συνιστά: «μην κουνάτε και μη ραβδίζεται τα δέντρα σας. Το μάζεμα με το χέρι ναι μεν είναι δαπανηρό, αλλά δεν καταστρέφει τα φύλλα και τα τρυφερά βλαστάρια», κι ο Θεόφραστος βεβαιώνει τους καλλιεργητές ότι μόνο το μάζεμα με το χέρι εξασφαλίζει κάθε χρόνο μεγάλη καρποφορία. Τέλος, σχετικά με τις ασθένειες που πλήττουν το δέντρο της ελιάς, ο Φλωρεντίνος, αναφερόμενος σ? αυτές και τη θεραπεία τους, έγραφε: «?πρέπει λοιπόν, αν βρούμε, ότι οι ρίζες του δέντρου ξεραίνονται και είναι άρρωστες, να ξέρουμε ότι αιτία είναι τα σκουλήκια, τα οποία βρίσκονται βαθιά στις ρίζες. Μπορούμε να τα εξαφανίσουμε με πολλούς τρόπους αλλά ο καλύτερος είναι να φυτέψουμε κοντά στις ρίζες της ελιάς σκυλοκρόμμυδες». Το μάζεμα του ελαιοκάρπου γίνεται συνήθως αργά το φθινόπωρο, όταν ο πράσινος καρπός της ελιάς κοκκινίζει και αρχίζει να αποκτά ένα λαμπερό μαυροϊδές χρώμα. Είναι τότε που η ωρίμανση της ελιάς φτάνει σε ένα ικανοποιητικό στάδιο και έχει αρκετή ποσότητα ελαιολάδου. Ο ελαιόκαρπος στην Ελλάδα μαζεύεται σήμερα με ειδικές «ελαιοραβδιστικές» μηχανές. Στην κεφαλή μιας μεταλλικής ράβδου υπάρχουν περιστρεφόμενα τμήματα από πλαστικό. Με μια ηλεκτρογεννήτρια η κεφαλή περιστρέφεται χτυπώντας τα κλαδιά της ελιάς. Ο ελαιόκαρπος πέφτει γρήγορα και εύκολα πάνω σε πλαστικά δίχτυα. Σε πολλές περιοχές έχουν ειδικά κόσκινα, όπου γίνεται διαλογή των σπασμένων κλαδιών. Στη συνέχεια οι ελιές σακιάζονται ή μπαίνουν σε πλαστικά κιβώτια και οδηγούνται στα ελαιοτριβεία.
Η μεγάλη εξέλιξη στην παραγωγή του ελαιολάδου ήρθε τον 20ο αιώνα και μάλιστα με ταχύτατα βήματα. Οι παραδοσιακές μέθοδοι αντικαταστάθηκαν με ελαιοδιαχωριστήρες, η παραγωγικότητα αυξήθηκε με την εξάπλωση των υδραυλικών πιεστηρίων και από τη δεκαετία του 1930-1940 παρατηρείται το φαινόμενο της ταχείας εγκατάλειψης των παραδοσιακών ελαιοτριβείων, που οι πέτρες τους γύριζαν με άλογα ή βόδια.


Στα σύγχρονα ελαιοτριβεία                                                                                                                      

Εν τούτοις υπήρξαν περιπτώσεις που παραδοσιακά ελαιοτριβεία λειτούργησαν σύμφωνα με την αρχαία μέθοδο μέχρι και τη δεκαετία του 1980! Αυτό συνέβαινε μόνο σε απομονωμένες περιοχές όπου δεν υπήρχε μεγάλη παραγωγή ελαιολάδου.
Αφού μεταφερθεί στο ελαιοτριβείο ο ελαιόκαρπος ακολουθεί η διαδικασία επεξεργασίας του που συνίσταται:


  • Στο «άλεσμα» (σπάσιμο) της ελιάς. Μετά την πολτοποίηση παράγεται μια παχύρευστη ζύμη στην οποία περιέχεται όχι μόνο το λάδι αλλά και όλα τα συστατικά της ελιάς (απόνερα κλπ).


  • Στη διαδικασία μάλαξης της ελαιοζύμης.


  • Στον διαχωρισμό του ελαιολάδου από τα υγρά (απόβλητα) τα οποία περιέχονται στον ελαιόκαρπο και τα στερεά υπολείμματα (πυρήνα).


  • Ο διαχωρισμός του ελαιολάδου γίνεται με πίεση, με φυγοκέντρηση ή με τη, σχετικά πιο σύγχρονη, μέθοδο της σαφήνειας.
Η σύνδεση του ελαιοκάρπου με τη λατρεία αλλά και το διατροφικό πολιτισμό κάνει ακόμη πιο κατανοητό το φαινόμενο που συναντούν οι αρχαιολόγοι όταν σκάβουν μινωικούς τάφους, ιδιαίτερα στην νότια Κρήτη, στο μεγάλο και εύφορο κάμπο της Μεσσαράς, ή ακόμη και στην περιοχή του σημερινού Ηρακλείου. Δίπλα στα λείψανα των ενταφιασμένων Κρητών της μινωικής περιόδου βρίσκουν κουκούτσια βρώσιμης ελιάς.

Οι «Μορίες » Ελιές των Αθηνών

Η Ελιά που κατά τον Mύθο (Σταύρου, 2001) φυτεύτηκε από την Αθηνά στην Ακρόπολη, ονομαζόταν «Μορία Ελαία» και θεωρούνταν σαν η πρώτη ήμερη Ελιά που υπήρχε στην Αθήνα και σε όλο τον κόσμο.
Από την ιερή ελιά της Ακρόπολης, κατά τους θρύλους, δημιουργήθηκαν οι δώδεκα ελιές της Ακαδημίας που αντιστοιχούσαν, όπως λέγεται, στις δώδεκα πύλες της και από αυτές δημιουργήθηκε μετά ολόκληρο το ιερό Δάσος των Αθηνών. Όλα τα ιερά της Αθηνάς είχαν ιερές (Μορίες) ελιές και αρκετά από αυτά περικυκλωνόταν από ελαιώνες ολόκληρους. Προστάτης των ιερών (μορίων) ελαιών θεωρείτο o Δίας γιαυτό και υπήρχε άγαλμα του «Μορίου Διός» μέσα στον σηκό στην Ακρόπολη

Προέλευση της ονομασίας «Μορίαι»

Για την προέλευση της ονομασίας «Μορίαι» των ιερών δέντρων, αναφέρονται διάφορες εκδοχές.
Σύμφωνα με μια εκδοχή (Ψιλάκης, 1999) η ονομασία μπορεί να οφείλεται στο ότι πιστευόταν ότι οι ελιές αυτές ήταν «μεμορημέναι …ως αποκοπείσαι η πολλαπλασιασθείσαι εκ της πρώτης και αρχεγόνου ελαίας».
Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή (Σταματοπούλου,2003) η ονομασία «Μορίαι» αποδόθηκε στα δέντρα, λόγω του θανάτου (μόρου) του Αλιρρόθιου, γιου του Ποσειδώνα, που αποφάσισε με προτροπή του πατέρα του να κόψει τις ιερές ελιές, που είχαν προέλθει από την πρώτη ελιά, γιατί εξαιτίας της έχασε την πατρότητα της Αθήνας. Όταν όμως ο Αλιρρόθιος, κατά την παράδοση, ύψωσε τον πέλεκυ για να κόψει τις ιερές ελιές, αυτός έπεσε και τον χτύπησε θανάσιμα. Γιαυτό οι ιερές ελιές που προκάλεσαν τον θάνατό του (μόρο) ονομάστηκαν Μορίαι.
Πάντως τα σημερινά δεδομένα συνηγορούν ότι η ονομασία «Μορία» μάλλον προέρχεται από την λέξη μόριο που σημαίνει τμήμα, τεμάχιο. Κι αυτό γιατί η ελιά της Ακρόπολης (ανεξάρτητα του πως βρέθηκε εκεί) σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες ήταν ήμερη και είναι φανερό ότι οι άνθρωποι της εποχής θα ήθελαν να αποκτήσουν και άλλα δέντρα όμοια με αυτή. Αυτό όμως δεν μπορούσε να γίνει, σύμφωνα με όσα σήμερα είναι επιστημονικώς γνωστά, παρά μόνο με την χρήση κάποιου τμήματος (μορίου) από τα σωματικά κύτταρα του δέντρου. Το τμήμα αυτό μπορεί να ήταν ανάλογα με τις τότε γνώσεις πολλαπλασιασμού ένα απλό μάτι η ένα βλαστός (εμβόλιο) με το οποίο μπορούσε να εμβολιαστεί κάποιο άλλο άγριο δέντρο, ένας γόγγρος (τεμάχιο) η μια παραφυάδα από την βάση του δέντρου, η ένα μόσχευμα (τεμάχιο από ένα κλώνο του δέντρου) το οποίο μπορούσε να φυτευτεί και να δώσει ένα νέο δέντρο.

Νομική προστασία των «Μοριών»

Οι Μορίες ελιές αρχικά ήταν συγκεντρωμένες στην Ακαδημία όπου υπήρχε το ιερό άλσος. Αργότερα όμως καταγράφηκαν ως Μορίες όλες οι παλιές ελιές της Αττικής και υπήρχε ειδική νομοθεσία για την προστασία τους αλλά και κανόνες για την καλλιέργεια τους.
Ο Αριστοτέλης μας πληροφορεί σχετικά με την διατήρηση, τον τρόπο συγκομιδής και την διάθεση του ελαιόλαδου των Μοριών. Ο ιδιοκτήτες των ιερών δέντρων ήταν υποχρεωμένοι να τα προστατεύουν, να μην καλλιεργούν γύρω από αυτά και να διατηρούν τον ξύλινο φράκτη προστασίας τους που ονομαζόταν «σηκός». Υπήρχαν ειδικοί «επιγνώστες» για τον έλεγχο της καλής τους κατάστασης. Καταστροφή κάποιου δένδρου θεωρείτο πράξη της οποίας ο υπαίτιος «εζημιούτο θανάτω». Οι ιδιοκτήτες ιερών δένδρων υποχρεωνόταν να διατηρούν ακόμα και τους κορμούς τους όταν από κάποια αιτία ξεραινόταν γιατί υπήρχε το ενδεχόμενο της αναβλάστησης τους.

Οι «Μορίες στον Αθλητισμό.

Το λάδι που παραγόταν από τις «Μορίες» ελιές παραδιδόταν στους «Ταμίες» της Ακρόπολης οι οποίοι το φύλαγαν για να το μοιράσουν κατά τα Παναθήναια στους Αθλητές για να αλείψουν τα σώματα τους, η στους «αθλοθέτες» που έδιδαν αμφορείς γεμάτους με ελαιόλαδο στους νικητές των Παναθηναϊκών αγώνων .
Αμφορέας με ελαιόλαδο των Παναθηναϊκών αγώνων

Μέχρι το 390 π.χ. , σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η Πόλη παραχωρούσε το δικαίωμα της συλλογής των Μοριών στους ιδιοκτήτες τους οι οποίοι είχαν υποχρέωση να αποδίδουν μια συγκεκριμένη ποσότητα λαδιού για κάθε δέντρο τον χρόνο. Αργότερα όμως η Πόλη ανέθετε την συγκομιδή των Μοριών σε ένα σημαντικό Δημόσιο άρχοντα που ονομαζόταν «Επώνυμος» γιατί αυτός θα έδιδε το όνομα του στο έτος που θα βρισκόταν στην εξουσία. Οι ιδιοκτήτες των Μοριών ήταν υποχρεωμένοι να δώσουν στον «Επώνυμο» μια ποσότητα ίση προς «τρία ημικοτύλια από του στελέχους έκάστου» ποσοτητα που ισοδυναμούσε με μισό λίτρο από κάθε δέντρο.

Αγιο το Μύρο, αρχαίοι οι αμφορείς

Της Ν. ΚΟΝΤΡΑΡΟΥ - ΡΑΣΣΙΑ, Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Ο καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας Πάνος Βαλαβάνης έψαξε να βρει τις ρίζες των αργυρών αγγείων, που υποδέχονται κάθε δέκα χρόνια στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως το ιερό αρωματικό λάδι για το Χρίσμα. Η έρευνά του τον πήγε πίσω στα πήλινα αττικά μελανόμορφα αγγεία, που γέμιζαν στην Αρχαία Αθήνα με αγνό ελληνικό «έλαιον». Ακόμα ένα παράδειγμα συνάντησης της νέας θρησκείας με την ειδωλολατρική παράδοση
Το Αγιο Μύρο του Χρίσματος και το ιερό λάδι της Αθηνάς δεν ξέρουμε αν μοσχοβολούσαν το ίδιο. Ούτε αν το «έλαιον», με το οποίο γέμιζαν οι παναθηναϊκοί αμφορείς στην αρχαιότητα, περιείχε έστω και ένα από τα 57 ευωδιαστά συστατικά που αποτελούν το Αγιο Μύρο που παρασκευάζεται στο Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης κάθε δέκα χρόνια και αποστέλλεται σε όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες για το μυστήριο του Χρίσματος (μετά τη βάπτιση).

Οι παναθηναϊκοί αμφορείς περιείχαν λάδι από τις ιερές ελιές της Αθηνάς. Οι «ιερές στάμνες» γεμίζουν με Αγιο Μύρο. Ο συμβολισμός και η σχέση μεταξύ τους προφανής

Υπάρχει ωστόσο ανάμεσά τους ένα κοινό σημείο. Κι αυτό δεν είναι άλλο από τα αγγεία, που χρησιμοποιούνται σήμερα για τον καθαγιασμό του Αγιου Μύρου μετά την παρασκευή του (έψηση). Τα αγγεία αυτά είναι αργυρά και θυμίζουν αρχαίους αμφορείς.
Βλέποντας ο καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας Πάνος Βαλαβάνης σε μια αναμνηστική φωτογραφία τα 12 αργυρά αγγεία με το Αγιο Μύρο, που είχε παρασκευαστεί το 2002 στο Φανάρι, και καθώς εκείνη την εποχή τον απασχολούσαν οι παναθηναϊκοί αμφορείς, εστίασε την προσοχή του στο σχήμα που είχαν τα πολύτιμα αυτά σκεύη της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Κι άρχισε να ψάχνει το ιστορικό προέλευσής τους.
«Η πρώτη αυτόματη σκέψη, μόλις τα είδα, ήταν ότι εδώ έχουμε μπροστά μας ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα συνέχειας από την αρχαιότητα», μας λέει. «Το Χρίσμα, ως γνωστόν, είναι ένα από τα εφτά μυστήρια της Εκκλησίας και ακολουθεί το Βάπτισμα. Ο βαπτισθείς χρίεται με το Αγιο Μύρο, το ιερό αρωματικό λάδι που, σύμφωνα με τη διδασκαλία της Εκκλησίας, αποτελεί το μέσον μετάδοσης του Αγίου Πνεύματος. Κατά τα πρώτα χριστιανικά έτη, η μετάδοση γινόταν δι' επιθέσεως των χειρών των Αποστόλων και κατόπιν των επισκόπων. Αργότερα, για καθαρά πρακτικούς λόγους, αποφασίστηκε η χρήση του μύρου, κατ' απομίμησιν διαδικασίας που αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη. Από τη συγκρότηση της Εκκλησίας τον 8ο αι. ο καθαγιασμός του γινόταν από τους επισκόπους. Σιγά σιγά το δικαιώμα αυτό περιήλθε στους επισκόπους των σημαντικότερων Εκκλησιών, κατόπιν στους Πατριάρχες και, τέλος, μόνο στον Οικουμενικό Πατριάρχη».
Οι γραπτές μαρτυρίες (σε κώδικα) για την παρασκευή του μύρου ανάγονται στον 8ο αι. Υπάρχουν, όμως, ενδείξεις ότι από την ίδρυση του Πατριαρχείου τον 4ο αι. -εποχή που τελούνταν ακόμη στην Αθήνα τα Παναθήναια- η Θεία Χάρις δινόταν στους βαπτιζομένους με τον ίδιο τρόπο.
«Οι παναθηναϊκοί αμφορείς, τα πήλινα αττικά μελανόμορφα αγγεία που παράγονταν περίπου από το 560 π.Χ. μέχρι και τον 4ο αι. μ.Χ., κυκλοφορούσαν τότε σε όλες τις αγορές της Μεσογείου», λέει ο Πάνος Βαλαβάνης. «Η υιοθέτηση του συγκεκριμένου αγγείου από την πρώιμη χριστιανική Εκκλησία θα μπορούσε να είχε γίνει όχι μόνον επειδή ήταν φορέας ιερού ελαίου, αλλά και επειδή ο παναθηναϊκός αμφορέας συμβόλιζε τη δόξα και την αρετή του κατόχου του».
Πώς θα μπορούσε, όμως, η νέα θρησκεία, που πολέμησε τόσο την ειδωλολατρική παράδοση κι έφτασε να απολαξεύσει ακόμη και τα έργα του Φειδία πάνω στον Παρθενώνα, να χρησιμοποιήσει ένα παναθηναϊκό αγγείο; Και τι σχέση έχουν οι πήλινοι παναθηναϊκοί αμφορείς με τα μεταλλικά αγγεία του Πατριαρχείου; Μήπως λοιπόν είναι νεότερη η υιοθέτηση του σχήματος του αμφορέα για την τοποθέτηση του Αγιου Μύρου;
Ερευνώντας τη διαδικασία παρασκευής του Αγιου Μύρου -από την Κυριακή των Βαΐων έως και τη Μεγάλη Πέμπτη- «προέκυψε ότι τα αργυρά αγγεία είχαν κατασκευαστεί στη Βιέννη, κατόπιν παραγγελίας του Πατριάρχη Ιωακείμ του Γ', ενός καινοτόμου και οργανωτικού ιεράρχη, που κατείχε τον θώκο από το 1878-1884 και από το 1901-1912».
Ο λόγος κατασκευής των νέων αγγείων ήταν μάλλον συμβολικός. Μέχρι τότε χρησιμοποιούσαν 12 πήλινους πίθους, τις λεγόμενες «ιερές στάμνες», οι οποίες καλύπτονταν από βελούδινο ύφασμα και χρυσό σταυρό. Τα 12 αργυρά αγγεία έγιναν σε δύο δόσεις: τρία το 1903 «διά συνδρομής ευγενών Χριστιανών» και τα υπόλοιπα εννέα το 1912, πιθανόν με προσφορά της Αγίας και Μεγάλης Ρωσίας.
Εναν αιώνα πριν, στο Σκευοφυλάκιο του Πατριαρχείου Μόσχας φαίνεται πως υπήρχαν «16 αργυραί εσωτερικώς κεχρυσωμένοι λάγηνοι, σχήματος αρχαίου ελληνικού αμφορέως, κομψόταται, προς φύλαξιν του Αγίου Μύρου». Συνεπώς, επισημαίνει ο Πάνος Βαλαβάνης, «η ιδέα αντιγραφής ενός αρχαίου αγγείου προϋπήρξε (από τα τέλη του 18ου αιώνα). Ομως την εποχή εκείνη δεν είχαν έλθει ακόμη στο φως αρχαία αγγεία που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως πρότυπα».
Ο κ. Βαλαβάνης συνέχισε την έρευνα και, κατόπιν υπόδειξης μιας παλαιάς φίλης του, εστράφη και στη Δύση. Σε ένα βιβλίο του καρδινάλιου Καρόλου Birromeus, γραμμένο το 1566, όπου δίδονται ακριβή σχέδια και οδηγίες κατασκευής των λειτουργικών σκευών της Καθολικής Εκκλησίας, είδε ένα από τα τρία αγγεία για το Αγιο Μύρο να μιμείται αρχαίο αμφορέα.
«Τα συγγενέστερα στο συγκεκριμένο σχήμα, παρ' όλο που απέχουν χρονολογικά, είναι δύο αμφορείς του 5ου και 4ου αι. π.Χ. από την περιοχή της Μακεδονίας, οι οποίοι εμφανίζουν, μάλιστα, και ένα άλλο χαρακτηριστικό, που το είδαμε στο σχέδιο του Birromeus: έχουν τοξωτή λαβή πάνω από το στόμιο». Δεν υποστηρίζει βέβαια ο Πάνος Βαλαβάνης ότι οι Δυτικοί αντέγραψαν τα συγκεκριμένα μακεδονικά αγγεία. «Πιο πιθανόν είναι να είχαν ως πρότυπο άλλα πολύ νεότερα, μάλλον των ρωμαϊκών αυτοκρατορικών χρόνων, το σχήμα των οποίων θα είχε προφανώς εξελιχθεί σε σχέση με τα κλασικά, από τα οποία ασφαλώς κατάγεται».
Καταλήγει, όμως, στο συμπέρασμα «ότι στην Ορθόδοξη και στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία διαπιστώνεται συνειδητή επιλογή αγγείων του σχήματος του αμφορέα για την τοποθέτηση του Αγιου Μύρου. Η επιλογή αυτή συμβαίνει σε δύο περιόδους επιστροφής και μίμησης αρχαίων προτύπων, στη μία κατά την Αναγέννηση, στην άλλη κατά τον νεοκλασικισμό. Επιπροσθέτως, την περίπτωση της Κωνσταντινούπολης μπορούμε να την εντάξουμε μέσα στο πλαίσιο του ελληνοχριστιανικού συγκρητισμού, λόγω της παρουσίας του Πατριαρχείου σε υπόδουλη περιοχή». *



Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2010

Tα αρώματα της Λέσβου σε ένα λάδι

Tο πάθος και η επιμονή του ζεύγους Νίκου και Μυρτιάς Καλαμποκά για τα «ψιλά γράμματα» της βιολογικής καλλιέργειας κάνουν το μυρωδάτο ελαιόλαδο Πλωμαρίου να ξεχωρίζει

Της ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΥ, Φωτογραφίες: ΑΚΗΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ, Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ


Eλαιοχώραφα γεμάτα με αρωματικά φυτά αντίκρισα για πρώτη φορά στα ορεινά κτήματα της οικογένειας Καλαμποκά, στο Πλωμάρι της Λέσβου. Μέχρι τότε δεν ήξερα ότι η ελιά μπορεί να συνυπάρξει με άλλα φυτά, αρωματικά και μη, όπως δεν γνώριζα και τις περισσότερες από τις καλλιεργητικές φροντίδες που εφαρμόζουν ο Νίκος και η Μυρτιά Καλαμποκά. «O,τι και να κάνεις στο χωράφι, η ελιά σ' το επιστρέφει πίσω σε ποιότητα», υποστηρίζει το ζευγάρι, που έχει κάθε λόγο να υπερηφανεύεται για το εξαιρετικής ποιότητας βιολογικό ελαιόλαδο που παράγει. Εύγευστο, αρωματικό και πολυβραβευμένο, το συσκευασμένο -εδώ και δύο χρόνια- ελαιόλαδο Πλωμαρίου «Ειρήνη» μαρτυρεί από μόνο του το ότι η παραγωγή, η επεξεργασία και η εμφιάλωση έχουν προσεχθεί με κάθε λεπτομέρεια.
Μια επίμονη προσπάθεια ετών
«Η αγάπη μας είναι το κλειδί για όλα», λέει ο Νίκος αναφερόμενος στη φροντίδα που δείχνει στα 6.000 ελαιόδεντρα της οικογένειάς του, τα οποία βρίσκονται στις πλαγιές των βουνών της Λέσβου. Ωστόσο, δεν πρόκειται για άλλη μία προσπάθεια εξωραϊσμού της αγροτικής ζωής. Και αυτό γιατί, πέραν του γεγονότος ότι ο Νίκος είναι δάσκαλος και η Μυρτιά νηπιαγωγός στο τοπικό σχολείο, ταυτόχρονα διατηρούν έναν όμορφο ξενώνα. Ετσι, η ενασχόληση με τα κτήματα δεν προκύπτει τόσο από την ανάγκη για επιπλέον εισόδημα, όσο από την επιθυμία να παράγουν ένα εξαιρετικό λάδι για τη διατροφή των ίδιων και των πελατών τους, αλλά και για να αφήσουν στα τέσσερα παιδιά τους μια επιτυχημένη επιχείρηση.
Tο πρώτο βήμα στην αναζήτηση μιας καλύτερης ποιότητας ζωής αλλά και διατροφής ήταν μέσω της βιολογικής καλλιέργειας. Στόχος που επετεύχθη το 1996, με τη βοήθεια του πιστοποιητικού οργανισμού ΔΗΩ. Πέρα όμως από την τήρηση όλων των καλλιεργητικών μεθόδων που εγγυώνται την οργανική καλλιέργεια, αυτό που κάνει το ελαιόλαδό τους να ξεχωρίζει είναι το πάθος του Νίκου και της Μυρτιάς να πετύχουν το άριστο προϊόν: μια κοπιαστική και επίμονη προσπάθεια ετών που τους απέφερε πολλές διακρίσεις σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Ηδη με την εμφάνισή του στην αγορά, το 2008, το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο με την επωνυμία «Ειρήνη» (σ.σ. από το όνομα της μητέρας της Μυρτιάς) σάρωσε τα βραβεία. Μέσα σε δύο μόνο χρόνια έχει λάβει συνολικά έξι διακρίσεις: η πρώτη τον Απρίλιο του 2008, στον διεθνή διαγωνισμό του ιταλικού οργανισμού ελέγχου και πιστοποίησης βιολογικών προϊόντων Premio Internazionale Biol, ενώ το Μάιο του 2008 ακολούθησε η πρώτη πανελλήνια διάκριση από το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Περιφερειακής Ανάπτυξης στο Φεστιβάλ Ελαιολάδου και Ελιάς.
Τον Απρίλιο του 2009, το «Ειρήνη» κατέκτησε την κορυφή στα βραβεία του Biol και ταυτόχρονα συγκαταλέχθηκε από τον ιταλικό οργανισμό στη λίστα με τα καλύτερα προϊόντα παγκοσμίως. Τον επόμενο μήνα σειρά είχε το Βραβείο Ποιότητας από το Διεθνές Συμβούλιο Ελαιολάδου Mario Solinas (στην κατηγορία «Μεσαία φρουτώδης γεύση»), κάτι σαν το Οσκαρ του ελαιολάδου, και από τον Ιούνιο του ίδιου έτους τo UC Davis Olive Center στην Καλιφόρνια, στo συμπόσιο με τίτλο «Πέρα από το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο», τίμησε το «Ειρήνη» για τον τρόπο καλλιέργειας και άλεσης του καρπού, καθώς και της παραγωγής του λαδιού, τη συντήρηση μετά την παραγωγή κ.λπ. Επειτα από όλα αυτά, ήρθε και η βράβευση από τον πιστοποιητικό οργανισμό ΔΗΩ, ενώ το τμήμα Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αιγαίου τούς απένειμε, τον περασμένο Οκτώβριο, πιστοποιητικό περιβαλλοντικά υπεύθυνης επιχείρησης για το σύνολο των δραστηριοτήτων τους.
Πλούσιο σε αρώματα
Μπορεί τα βραβεία να ήρθαν ύστερα από είκοσι χρόνια σκληρής δουλειάς, αλλά αυτό συνέβη γιατί, μέχρι σχετικά πρόσφατα, η οικογένεια Καλαμποκά πωλούσε το παρθένο ελαιόλαδό της εξ ολοκλήρου σε χονδρέμπορο. Η επιμονή τους, ωστόσο, τους οδήγησε, το Μάρτιο του 2009, στο εργαστήριο της εταιρείας Zhaw Life Sciences and Facility Management στην Ελβετία. Εκεί ελέχθησαν τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά του λαδιού και τα αποτελέσματα έδειξαν ότι, μεταξύ άλλων, υπήρχαν αρώματα από άγουρα φρούτα, πικραμύγδαλο, αρωματικά φυτά και πεύκο. Ετσι, η πολύ ιδιαίτερη «μύτη» του ελαιολάδου «Ειρήνη» είχε πλέον και επιστημονική σφραγίδα. «Σήμερα φαίνεται αυτονόητο, αλλά στην αρχή δεν ήταν καθόλου εύκολο να ξεκινήσουμε με τη συσκευασία και την προώθηση του λαδιού.

Ηταν ένας Γολγοθάς, γιατί δεν υπήρχε κανείς να μας βοηθήσει και εμείς δεν ξέραμε τίποτα. Τα μάθαμε όλα μόνοι μας, διαβάζοντας και ψάχνοντας στο Ιντερνετ», θυμάται η Μυρτιά. «Κατάγομαι από τη Λαμία, αλλά στο σπίτι μου δεν καλλιεργούσαμε ελιές· μόνο βαμβάκι και καπνά είχαμε», συνεχίζει ο Νίκος. «Αρχισα λοιπόν να διαβάζω, να ψάχνω και να ακούω προσεκτικά: για παράδειγμα, στην Κρήτη άκουσα έναν παππού να λέει «κάλλιο ψαλίδι στην ελιά παρά κοπριά στη ρίζα». Ηταν η εποχή που μόλις είχα στραφεί στη βιοκαλλιέργεια. Ετσι, όταν γύρισα στο Πλωμάρι, το εφάρμοσα αμέσως. Με την πάροδο του χρόνου, διαπίστωσα ότι είχε αποτέλεσμα. Και αυτό γιατί το ψαλίδι, αντίθετα με το πριόνι, δεν πληγώνει την ελιά. Αντίθετα, της επιτρέπει να βγάζει περισσότερους βλαστούς και κάνει το λάδι πιο γλυκό».
Με σεβασμό στη φύση
Η επιμονή του Νίκου για «τα ψιλά γράμματα» της καλλιέργειας είναι μεγάλη, εξ ου και έχει υιοθετήσει το σύστημα χλωρής λίπανσης του χωραφιού με σπορά ψυχανθών. «Λίγο πριν βγάλουν άνθη τα φυτά, τα κόβω με το χορτοκοπτικό. Με αυτό τον τρόπο, αφήνουν τη γη πλούσια σε άζωτο και το χωράφι γεμάτο τροφή για τα άλογα. Ετσι, έχω κοπριά όλο το χρόνο αντί να αγοράζω βιολογικά λιπάσματα που είναι ακριβά». Ο κ. Καλαμποκάς, μάλιστα, δεν δίστασε να μοιραστεί μαζί μας και κάποια άλλα μυστικά: για παράδειγμα, το ότι δεν οργώνει τα κτήματα με τα λιόδεντρα, για να μη σπάσει τα τριχίδια από τις ρίζες, που παίρνουν την υγρασία της ατμόσφαιρας, ότι φροντίζει τις πεζούλες γιατί δίνουν αέρα και υγρασία στο χώμα, ότι ποτίζει τις ελιές το Μάρτιο και τον Απρίλιο, γιατί εκείνη την περίοδο το έχουν ανάγκη, ότι τις μαζεύει πολύ νωρίς (από τα μέσα Οκτωβρίου)με ήπιους τρόπους, και έτσι δεν πληγώνει το δέντρο, οπότε έχει λάδι κάθε χρόνο - αν και όχι τις ίδιες ποσότητες.
Τα μυστικά είναι πολλά, αλλά σ' εμάς τους καταναλωτές έχει μείνει το θεσπέσιο άρωμα όταν ανοίγεις ένα μπουκάλι από το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο «Ειρήνη» (παράγεται από την «Κολοβή ελιά», μια ποικιλία που συναντάται κυρίως στη Λέσβο). Και αυτό γιατί ανάμεσα στα δέντρα φύονται ρίγανη, φασκόμηλο, θυμάρι, θρούμπι, βαλσαμόχορτο, άγριες αγκινάρες καθώς και κυδωνιές, συκιές και πικραμυγδαλιές. Ετσι, έχω αρχίσει να κολλάω τη μύτη μου στο στόμιο του μπουκαλιού, ακριβώς όπως κάνουμε στα καλά κρασιά.

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2009

Ελαιόλαδο Καλιφόρνιας: Γιάνκις go home...

Αγνό παρθένο ελαιόλαδο, με υπέροχη γεύση και εξαιρετική διαύγεια, παραγωγής... Καλιφόρνιας; Και όμως. Σε μια εποχή που τα πιο δημοφιλή εστιατόρια του πλανήτη αντιμετωπίζουν το ελαιόλαδο ως πολυτελές έδεσμα, η καλλιέργεια της ελιάς έχει αρχίσει να θεωρείται περίπου επιβεβλημένη για χώρες που επιθυμούν ν' αυξήσουν τα κέρδη τους από τις εξαγωγές. Ετσι, η Μάνη, η Καλαμάτα και η Μυτιλήνη έχουν να αντιμετωπίσουν -πέρα από τις πρώτες σε παραγωγή και διακίνηση ελαιολάδου Ιταλία και Ισπανία- ακόμη και μη συγγενείς κλιματικά αντιπάλους, όπως η Αυστραλία και η Κίνα.
Εσχάτως, στο «τερέν» της παραγωγής λαδιού έχουν μπει και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Παρ' ότι οι Αμερικανοί γνωρίζουν ελάχιστα το ελαιόλαδο (ο μέσος όρος κατανάλωσης είναι 750 ml τον χρόνο ανά Αμερικανό, την ώρα που ένας Ελληνας ή ένας Ισπανός καταναλώνει 24 ή 14 λίτρα αντιστοίχως), οι παραγωγοί της Καλιφόρνιας έχουν αντιληφθεί την παγκόσμια ζήτηση. Επένδυσαν εκατομμύρια δολάρια στην ελιά και τώρα στοχεύουν να «χτυπήσουν» στα ίσια το ευρωπαϊκό μονοπώλιο. Οπως οι ίδιοι υποστηρίζουν, η ελαιοκαλλιέργεια της Καλιφόρνιας αυξάνει μέρα με την ημέρα και εκτιμούν ότι έπειτα από μια δεκαετία η καλλιεργήσιμη έκταση θα διπλασιαστεί και η παραγωγή θα ξεπεράσει τα 20 εκατ. γαλόνια (οι Αμερικανοί καταναλώνουν 75 εκατ. γαλόνια ελαιολάδου τον χρόνο). Μέχρι σήμερα, το 99,9% του λαδιού που καταναλώνεται είναι εισαγόμενο.
Αλλά πώς αντιμετωπίζουν οι Ελληνες παραγωγοί και εξαγωγείς την ενδεχόμενη επέλαση των ελαιοπαραγωγών «Γιάνκις»; «Καλώς να ορίσουν!», λέει εύθυμα ο Γιώργος Οικονόμου, γενικός διευθυντής του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Τυποποιήσεως Ελαιολάδου (ΣΕΒΙΤΕΛ). «Γνωρίζουμε για τις κινήσεις των Αμερικανών παραγωγών, ωστόσο πιστεύω ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για "ανταγωνισμό" εξ ΗΠΑ -όχι, τουλάχιστον, για τη δεκαετία που διανύουμε. Η προτίμηση στο ελαιόλαδο αυξάνεται τα τελευταία χρόνια στις δυτικές χώρες, όπως και στην Ιαπωνία και την Κίνα, λόγω της φήμης της μεσογειακής διατροφής και του ότι όλοι έχουν πειστεί για την υπεροχή του έναντι των άλλων λιπών.
Και η Χιλή
Το γεγονός αυτό έχει ανοίξει την όρεξη σε πολλές χώρες που κλιματολογικά έχουν τη δυνατότητα να καλλιεργήσουν την ελιά -όπως η Χιλή, που έχει μπει δυναμικά στο προσκήνιο. Πάντως, έχω την εντύπωση ότι δύσκολα θα σπάσει ο "συσχετισμός της τετράδας" -των πρώτων τεσσάρων χωρών που εξάγουν ελαιόλαδο παγκοσμίως: Ιταλία, Ισπανία, Ελλάδα, Μαρόκο. Πιστεύω ότι πρέπει να μην ασχολούμαστε τόσο με το τι κάνουν οι άλλοι, όσο να επικεντρωθούμε στο δικό μας "κουλουάρ", το εσωτερικό κόστος παραγωγής και τη στρατηγική μας.
Οι Ισπανοί έχουν καταλάβει ότι θα προωθήσουν τα συμφέροντά τους μόνο μέσω συνεταιριστικών επιχειρήσεων. Εχουν φτάσει πια τα 1.200.000 τόνους ετησίως και τείνουν να ξεπεράσουν τους πρώτους Ιταλούς. (σ.σ. Μεγάλες ποσότητες ελαιολάδου που εξάγονται από διάφορες χώρες, ανάμεσά τους η Ελλάδα, κατευθύνεται προς την Ιταλία. Η μεγαλύτερη ποσότητα δεν καταναλώνεται εκεί, αλλά επανεξάγεται.)
Σε τελική ανάλυση, το θέμα δεν είναι τι κάνουν οι Καλιφορνέζοι. Είδαν ότι το ελαιόλαδο έχει πέραση και το τόλμησαν. Αλλοι θα δουν ότι έχει πέραση το αβοκάντο και θα το κάνουν. Μακάρι να αρχίσουν οι λαοί όλου του κόσμου να καταναλώνουν ελαιόλαδο και να αυξηθεί η ζήτηση. Οφελος για όλους θα είναι. Εμείς πρέπει να λύσουμε τα όποια διαρθρωτικά μας ζητήματα».
Διάσπαση
Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Βαρθολομαίος Σειραδάκης, εμπορικός διευθυντής μιας εκ των μεγαλυτέρων εταιρειών εξαγωγής ελαιολάδου στη χώρα μας, της «Ελαιουργικής»: «Δεν είναι απειλή οι Καλιφορνέζοι, ούτε οι Αυστραλοί, ούτε οι Αργεντίνοι. Η Καλιφόρνια κάνει την προσπάθειά της. Το θέμα είναι τι κάνουμε εμείς, που δεν έχουμε εθνική στρατηγική. Η Ισπανία, για παράδειγμα, έχει εκμηδενίσει τον εσωτερικό ανταγωνισμό των παραγωγών, έχοντας δημιουργήσει λιγοστές εταιρείες που έχουν αναλάβει την εμπορική εκπροσώπηση. Εμείς είμαστε διασπασμένοι σε 300 και πλέον μικρές ανταγωνιστικές εταιρείες.
Κατά τ' άλλα, θα... περιμένουμε και θα δούμε! Και οι Αυστραλοί έκαναν καλλιέργεια ελιάς, έβγαλαν λάδι με υπέροχο χρώμα, αλλά από γεύση... χάλια! Αυτό που έχω εγώ να προτείνω είναι: συγκεκριμένη εθνική στρατηγική, με στόχο την ποιότητα και την ξεχωριστή γεύση του ελληνικού ελαιολάδου». *


«Φάρμακο» για τον οργανισμό

Το ελαιόλαδο αποτελεί τη βάση της μεσογειακής διατροφής και είναι το μόνο λάδι που προέρχεται από ολόκληρο φρούτο και όχι από σπόρους.
Το λάδι ελιάς είναι πλούσιο σε ελαϊκό οξύ και άλλες αντιοξειδωτικές ουσίες, όπως η βιταμίνη Ε και οι φαινόλες.
Αποτελέσματα πολλών εργαστηριακών, επιδημιολογικών και κλινικών ερευνών έχουν δείξει ότι το καλής ποιότητας ελαιόλαδο:
* Εχει την ιδιότητα να μειώνει στο αίμα τη LDL «κακή» χοληστερόλη και να αυξάνει τη HDL «καλή» χοληστερόλη, αποτρέποντας την αθηρωμάτωση και τον κίνδυνο ανάπτυξης στεφανιαίας νόσου.
* Επιδρά ευνοϊκά στην ανάπτυξη του κεντρικού νευρικού συστήματος, στη δομή των οστών του εγκεφάλου και του αγγειακού συστήματος και στην κανονική ανάπτυξη των παιδιών.
* Ωφελεί το γαστρεντερικό σύστημα, βελτιώνει την πέψη και βοηθά την καλή λειτουργία του εντέρου.
* Περιέχει φυσικά αντιοξειδωτικά που προλαμβάνουν την κυτταρική γήρανση και την οστεοπόρωση.
* Εμποδίζει την ανάπτυξη χολολιθιάσεων και προστατεύει το ουροποιητικό σύστημα.
* Προστατεύει το δέρμα από την ηλιακή ακτινοβολία.
Το καλής ποιότητας ελαιόλαδο περιέχει φυτοχημικά συστατικά ικανά να πυροδοτήσουν τον θάνατο των καρκινικών κυττάρων και μπορεί να συμβάλει στη μείωση του κινδύνου εμφάνισης διαφόρων μορφών καρκίνου.
Ετσι, ο εμπλουτισμός της καθημερινής μας διατροφής με αγνό παρθένο ελαιόλαδο μπορεί να προσφέρει σημαντικά πλεονεκτήματα για την υγεία μας -σε συνδυασμό, βέβαια, με μια ισορροπημένη διατροφή.
Γενικώς, το λεγόμενο «παρθένο ελαιόλαδο» είναι φυσικό προϊόν, χωρίς επεμβάσεις που μπορούν να αλλοιώσουν τα φυσικά χαρακτηριστικά του γνωρίσματα. Εχει καλό άρωμα και γεύση και η οξύτητά του δεν ξεπερνά το 2%. Το «έξτρα παρθένο ελαιόλαδο», του οποίου η οξύτητα δεν ξεπερνά το 1%, είναι ελαιόλαδο με εξαιρετικό άρωμα και γεύση, προκύπτει από την επεξεργασία των ελιών χωρίς τη χρήση θερμότητας ή χημικών ουσιών και έτσι περιέχει φυτοχημικά που αλλιώς θα χάνονταν κατά τη φάση της επεξεργασίας.
Πώς ξεχωρίζουμε το καλό ελαιόλαδο
Ξεχωρίζουμε το καλό ελαιόλαδο από:
* το φωτεινό χρώμα
* τη διαύγεια
* την οξύτητά του
* το άρωμα και
* τη γεμάτη γεύση του
Ο τόνος του χρώματος εξαρτάται από τις ποικιλίες της ελιάς. Το καλό ελαιόλαδο ξεχωρίζει από την καθαρότητα του χρώματός του και από την ευχάριστη γεύση του. Καλύτερα να αποφεύγουμε το θαμπό λάδι ή αυτό που δημιουργεί την αίσθηση «καψίματος» στον λαιμό.
η γνώση...

Ενα με τη Μεσόγειο

Κανένα άλλο δέντρο δεν ταυτίστηκε με κάποια περιοχή όσο η ελιά με τη Μεσόγειο.
Στην Προϊστορική Εποχή, οι μεσόγειοι λαοί αναζήτησαν τρόπο για πιο συστηματική καλλιέργεια του ελαιόδεντρου. Εικάζεται δε πως η περιοχή από την οποία ξεκίνησε η συστηματοποίηση της ελαιοκαλλιέργειας ήταν η Κρήτη, ακόμη και κατά τη Μέση Νεολιθική Περίοδο (4500 - 3800 π.Χ.).
Η μεγάλη εξέλιξη στην παραγωγή του ελαιολάδου στη χώρα μας ήρθε τον 20ό αιώνα, όταν τα παραδοσιακά ελαιοτριβεία αντικαταστάθηκαν από υδραυλικά πιεστήρια.
Σήμερα, οι κύριες ελαιοπαραγωγικές περιοχές της Ελλάδας είναι η Κρήτη, μαζί με την Πελοπόννησο και τη Λέσβο, και οι κυριότερες ποικιλίες είναι η κορωνέικη, η κουτσουρελιά, η θρούμπα, η μεγαρίτικη, η Καλαμών, η χονδρολιά Χαλκιδικής κ.λπ.
Ακόμη και το... λάδωμα έχει να κάνει με την εκτίμηση που τρέφει ο Ελληνας στην ελιά: ο φτωχός αγρότης διεκπεραίωνε όλες τις συναλλαγές του με λάδι. Συχνά και τα «δώρα» που έκανε σε διάφορους φορείς της εξουσίας, αποσκοπώντας στην ευνοϊκή μεταχείρισή του, ήταν λάδι. Το γεγονός αυτό προσέδωσε μια ενδιαφέρουσα σημασία στο ρήμα «λαδώνω», που σύντομα άρχισε να σημαίνει... δωροδοκώ. 
πηγή: Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009

Κάρβουνο από το κουκούτσι ελιάς


Η Κλημεντία Κοτταρίδη με την μητέρα της Κατερίνα ενώ κρατούν σάκο με κάρβουνο από κουκούτσι ελιάς
Η Κλημεντία Κοτταρίδη με την μητέρα της Κατερίνα ενώ κρατούν σάκο με κάρβουνο από κουκούτσι ελιάς




Το πρώτο πανευρωπαϊκό βραβείο EMAS 2009 κέρδισε η καλαματιανή εταιρεία «Κλήμης» για την παραγωγή κάρβουνου από το κουκούτσι της ελιάς. Τα βραβεία απονέμει κάθε χρόνο η Διεύθυνση Περιβάλλοντος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε εταιρείες που εφαρμόζουν συστήματα περιβαλλοντικής διαχείρισης. Η τελετή της απονομής πραγματοποιήθηκε την περασμένη εβδομάδα στο μουσείο της Στοκχόλμης στη Σουηδία, ενώ το βραβείο παρέλαβε η Κλημεντία Κοτταρίδη, εγγονή του ιδρυτή της εταιρείας Κλήμη Κλημεντίδη. «Τους έκανε εντύπωση», λέει στο «Εθνος» η κυρία Κοτταρίδη, «πως από το κουκούτσι της ελιάς μπορεί να παραχθεί κάρβουνο. Σημαντικό ρόλο στην απόφασή τους, όμως, έπαιξαν και άλλοι λόγοι, όπως η μη κοπή δέντρων και ότι όλα τα παραγόμενα προϊόντα (ασβέστης, γεωργικός ασβέστης, φυτικό κάρβουνο) είναι φυσικά». Το κάρβουνο από το κουκούτσι της ελιάς που παράγει η επιχείρηση εξάγεται στη Σουηδία, στην Ολλανδία, στην Ιταλία, ενώ σύντομα ξεκινούν εξαγωγές στην Πολωνία και στη Μεγάλη Βρετανία. Επόμενοι στόχοι της εταιρείας, που σήμερα παράγει δύο τόνους κάρβουνο την ημέρα, είναι η αύξηση της παραγωγής, η βελτίωση του μηχανολογικού εξοπλισμού και η εκπαίδευση του προσωπικού. 
Πηγή: Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ



Η ελιά στο Πήλιο, νέα παρουσίαση


Μια νέα παρουσάιση για το πρόγραμμα που υλοποιείται με κεντρικο σημείο το λιοτρίβι του Χατζηγιάννη στο Κατηχώρι. Περισσότερα http://www.scribd.com/doc/23365540